Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ

Written on 04 Οκτωβρίου 2011, 00.00 by iRescue.gr
Στη γεωργία αφορά κυρίως στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, την πιστοποίηση της ποιότητας, τη διαχείριση κινδύνων και την πρόληψη κρίσεων στον...
Written on 09 Ιουλίου 2011, 00.00 by iRescue.gr
 Η νέα ΚΓΠ δε δίνει μαγική απάντηση στο ερώτημα τι να καλλιεργηθεί. Δεν υποδεικνύει προϊόντα που υπερέχουν ανεξαρτήτως συνθηκών. Η βιώσιμη λύση θα βρεθεί...
Written on 26 Φεβρουαρίου 2011, 00.00 by papadimitraki
Το βασικό λοιπόν ερώτημα, τι είναι και τι πουλά ένα ΜΜΕ στην Ελλάδα, καθίσταται επίκαιρο με τη μορφή του κατεπείγοντος. Και αφορά στο σύνολο των...

5

Εάν επιθυμείτε να λαμβάνετε νέα του Σπύρου Δανέλλη συμπληρώστε το όνομα και το e-mail σας και εγγραφείτε.
ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ
EMAIL
Terms and condition
Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011 PDF Εκτύπωση E-mail
Ο Τύπος της κρίσης και η κρίση του Τύπου

Το βασικό λοιπόν ερώτημα, τι είναι και τι πουλά ένα ΜΜΕ στην Ελλάδα, καθίσταται επίκαιρο με τη μορφή του κατεπείγοντος. Και αφορά στο σύνολο των δημοσιογράφων, εργαζομένων και ανέργων, το σύνολο των πολιτικών, τους ενεργούς πολίτες και το είδος της Δημοκρατίας που διαμορφώνουμε.
Γιατί το επίπεδο της Τύπου εικονογραφεί τη σχέση των πολιτών με την εξουσία. Μια σχέση που βασίζεται και εξαρτάται κυρίως από τη δημοσιογραφία. Πολιτική και δημοσιογραφία στην Ελλάδα πορεύτηκαν σε μια παράλληλη απαξίωση, σε μια τεμνόμενη χειραγώγηση, σε μια μοιραία σχέση αλληλοεξυπηρέτησης, ευνουχισμού και τελικά αναξιοπιστίας. Και η μεγάλη ζημιά τελικά, μέσω της κατευθυνόμενης πληροφόρησης, είναι η πληγωμένη και ατελέσφορη δημοκρατία.


Ομιλία στα Χανιά, 26.2.2011

 

Ελευθεροτυπία 28 Φεβρουαρίου 2011 (2)


Η ομιλία εκφωνήθηκε στο πλαίσιο Ημερίδας με θέμα «Ο ρόλος των ΜΜΕ σε περίοδο κρίσης». Συνδιοργανώθηκε από την Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Πελ/σου-Ηπείρου-Νήσων και τη Νέα Τηλεόραση Κρήτης στα Χανιά _26.2_2011.

Σας προειδοποιώ ότι δεν έχω λύσεις, μόνο προβληματισμούς.
Και πριν τους εκθέσω ας δούμε την εμπειρία των δυο τελευταίων χρόνων κρίσης στην ΕΕ. Αφού είδαμε όλοι τον τρόπο που λειτουργεί ο Τύπος σε θέματα αγορών και πολιτικής στο διεθνοποιημένο περιβάλλον, μπορούμε πιο αξιόπιστα να συνειδητοποιήσουμε τι είναι και τι ακριβώς προσφέρει ένα μέσο ενημέρωσης στη σημερινή, διεθνοποιημένη αγορά της πληροφορίας.
Υπάρχουν έγκριτα ευρωπαϊκά Μέσα και έγκυρες ακαδημαϊκές υπογραφές που δυο χρόνια τώρα προεξοφλούν καταρρεύσεις. Της Ελλάδας αρχικά, της Ισπανίας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας αργότερα, φέτος του Βελγίου, της Ιταλίας, της Γαλλίας ακόμη και της Μ. Βρετανίας. Δια στόματος Θαπατέρο οι Ισπανοί πέρυσι μιλούσαν για συνωμοσία αγγλοσαξωνικών μέσων εναντίον τους, οι Ιρλανδοί θεωρούν ότι υπέστησαν έναν πόλεμο από τα διεθνή ΜΜΕ, εμείς έναν ορυμαγδό δυσφήμισης, συχνά με στερεοτυπικές γελοιότητες και χαμηλού λαϊκισμού εικόνες...
Ας δούμε το πρώτο: Αναλύσεις οικονομικών μεγεθών και προτάσεις διεξόδου. Μπορεί κανείς να πει με σιγουριά αν πρόκειται για ψύχραιμες αναλύσεις βασισμένες στην επιστημονική θεώρηση της κατάστασης εκ μέρους των υπογραφομένων ή για συντονισμένη αυτοεκπληρούμενη προφητεία μέσω διασποράς φημών και κινδυνολογίας; Ή πιο κυνικά, μπορούμε να ορίσουμε ποια Μέσα λειτουργούν ως πολιορκητικός κριός συμφερόντων εθνικών, τραπεζικών ή διεθνών κεφαλαίων;
Τις προθέσεις και τις δεσμεύσεις επιστημόνων, συμβούλων και αναλυτών δεν τις γνωρίζουμε. Αυτό που γνωρίζουμε καλά είναι ο τρόπος που επιδρούν επί της πολιτικής, των συσχετισμών και της οικονομικής σφαίρας. Απ΄ όποια αφετηρία κι αν ξεκινά, λοιπόν, εντός ή εκτός εισαγωγικών, αυτό που ονομάζουμε «είδηση» ή «επιστημονική άποψη» στο τέλος πυροδοτεί πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Θα μου πείτε βέβαια ότι αυτός είναι ο ρόλος του Τύπου, η αποστολή του. Ναι, αυτή είναι η αποστολή του. Η μετάδοση ειδήσεων, η ανάλυσή τους, η ιεράρχησή τους, η πληροφόρηση των πολιτών και, φυσικά, ο έλεγχος των φορέων της εξουσίας. Τα τελευταία χρόνια έγινε απολύτως ξεκάθαρο ότι όταν ο δημοσιογραφικός έλεγχος περιορίζεται επί της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, τα πράγματα χειροτερεύουν στη δημοκρατία .
Σήμερα ωστόσο βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα πραγματικότητα. Την ανάδυση μιας άλλης, παγκοσμιοποιημένης, απρόσωπης μορφής εξουσίας, ας την πούμε οικονομική, πάνω στις κοινωνίες και τα κράτη. Και βιώνουμε όλοι με δραματικό τρόπο, ασχέτως εθνικής και πολιτικής ταυτότητας, τις συνέπειες της επικυριαρχίας της επί της πολιτικής. Διότι και εκμεταλλεύεται αριστοτεχνικά τις απολύτως υπαρκτές αδυναμίες και παλινωδίες της πολιτικής εξουσίας και είναι απολύτως δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ τους. Αυτή, η οικονομική εξουσία, της οποίας η αποτελεσματικότητα αποδείχθηκε περίτρανα, σε ποιο βαθμό ελέγχεται από τον Τύπο και σε ποιο βαθμό τον ελέγχει; Γέφυρα για το δεύτερο αδιέξοδο αποτελεί η περίπτωση της Ιταλίας και της Ουγγαρίας. Γιατί στο ερώτημα ¨Σε ποιον ανήκει ο Τύπος και πώς τον χρησιμοποιεί» η απάντηση είναι ολοκάθαρη. Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η διάκριση των εξουσιών, η ελευθερία του Τύπου, ο πλουραλισμός στην ενημέρωση, βασικές αρχές της δημοκρατίας, χαρακτηρίζουν την Ιταλία;
Η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο ζοφερή, αν κοιτάξουμε προς τη μεριά της Βουδαπέστης. Με το νέο νόμο απολυταρχικής έμπνευσης, μια 5μελής Κρατική Αρχή Μέσων Ενημέρωσης εποπτεύει, εκτός της δημόσιας Τηλεόρασης και Ραδιοφωνίας, τους ιδιωτικούς ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς και το σύνολο των έντυπων Μέσων Ενημέρωσης και διαδικτυακών πυλών. Ίδρυσαν μάλιστα και το ίδρυμα Διαχείρισης Προγράμματος και Περιουσίας, μια υπηρεσία παραγωγής ειδήσεων, που θα ετοιμάζει όλα τα ειδησεογραφικά και πολιτικού περιεχομένου προγράμματα για τα ουγγρικά δημόσια Μέσα Ενημέρωσης, στοχεύοντας στη σταδιακή διάλυση των ομάδων σύνταξης ειδήσεων στα ηλεκτρονικά Μέσα Ενημέρωσης. Φυσικά ο πολιτικός Orbán που το 2006 χαρακτήρισε τη δημοκρατία «απλά το κάλυμμα του έθνους», θα απαιτεί και την αποκάλυψη των πηγών των δημοσιογράφων «για χάρη της εθνικής ασφάλειας και της δημόσιας τάξης», την οποία θα κρίνει το 5μελές συμβούλιο των κομματικών μελών του κυβερνώντος κόμματος! Τα φαινόμενα αυτά στον ευρωπαϊκό Τύπο προφανώς δεν είναι τυχαία. Τη στιγμή μάλιστα που η ευρωπαϊκή ιδέα αναδιπλώνεται και η οικονομική κρίση προκαλεί αλυσιδωτά φοβικά σύνδρομα, εθνικές εσωστρέφειες, φτώχεια και ανεργία, εθνικιστικές και ρατσιστικές δημαγωγίες παντού. Φυσικά υπάρχει και το αντίβαρο. Το Der Spiegel (7.7) με αφορμή τον ουγγρικό νόμο κατέληγε ότι επιτέλους “...Ήρθε πια ο καιρός να συνειδητοποιήσουμε πως Ευρώπη δεν είναι μόνο το ευρώ. “
Και πρέπει εδώ να σημειώσω πως με περισσή υποκρισία και άνεση στιγματίζουμε στα ευρωπαϊκά όργανα αντίστοιχα φαινόμενα τρίτων χωρών ενώ στο κοινό μας σπίτι τα ανεχόμαστε.
Να ξεκαθαρίσω, πριν αναφερθώ στο τρίτο αδιέξοδο, πως ό,τι ισχύει σε όλους τους επαγγελματικούς κλάδους ισχύει και στη δημοσιογραφία. Υπάρχει η καλή, η κακή και η κίτρινη. Το τρίτο αδιέξοδο λοιπόν, προκύπτει από ένα χαρακτηριστικό μερίδας του Τύπου που συνδυάζει το βολικό με το λαϊκιστικό. Στη διάρκεια της κρίσης γνώρισε πανευρωπαϊκά μεγάλη ακμή και εξακολουθεί να κερδίζει ευήκοα ώτα. Ο λαϊκισμός και η στερεοτυπική προσέγγιση παντρεύεται με την άγνοια και την ημιμάθεια και συσκοτίζει ηθελημένα ή όχι την ουσία των προβλημάτων με απώτερο στόχο την καλλιέργεια πολιτικού κλίματος στην κοινή γνώμη.
Με βασική ευθύνη των ΜΜΕ ποτέ ο δημόσιος διάλογος στη χώρα μας δεν αφορά στην ουσία του θέματος. Πάντα μένει στην επιφάνεια. Συχνά με στερεότυπα αγραμματοσύνης και λαϊκισμού. Το πολιτικό ρεπορτάζ περιλαμβάνει κουτσομπολιά, κομματικές κοκορομαχίες μέσω δελτίων τύπου, το βήχα όλων των αναγνωρίσιμων και τις κορώνες των εθνοπροστατών. Όσο κι αν προσπαθώ δεν βρίσκω γιατί ο κ. Τράγκας θεωρείται έγκριτος πολιτικός αναλυτής, ο κ. Αναστασιάδης παράδειγμα τηλεοπτικού οικοδεσπότη και ο κ. Αυτιάς διαμορφωτής δημοσιογραφικής σχολής.
Αν συμφωνούμε ότι η δημοσιογραφία είναι λειτούργημα πρέπει πρώτοι απ΄όλους, οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι με αυστηρότητα και σαφήνεια να περιγράψουν τις πολιτικές και κοινωνικές της συντεταγμένες. Να ορίσουν τις ευθύνες και τα όρια της καλής δημοσιογραφίας, τους κανόνες άσκησης του λειτουργήματος και τις μεθόδους ελέγχου. Το βασικό λοιπόν ερώτημα: τι είναι και τι πουλά ένα ΜΜΕ στην Ελλάδα, καθίσταται επίκαιρο με τη μορφή του κατεπείγοντος. Και αφορά στο σύνολο των δημοσιογράφων, εργαζομένων και ανέργων, το σύνολο των πολιτικών, τους ενεργούς πολίτες και το είδος της Δημοκρατίας που διαμορφώνουμε. Όταν μετά τη συνέντευξη της τρόικας η πλειοψηφία των εφημερίδων στοιχήθηκε στον πηχυαίο τίτλο “Πωλείται η Ελλάς” και οι καλοπληρωμένοι τηλεαστέρες υπερασπίζονταν “τα ασημικά του Δημοσίου” ουσιαστικά έθαβαν το πραγματικό θέμα, το ποια είναι ακριβώς η δημόσια περιουσία, πώς εκτιμάται, ποιο είναι το κόστος της δημόσιας εγκατάλειψής της κι αν πράγματι είναι αξιοποιήσιμη και πώς. Αντιθέτως, παρήλασαν όλοι οι εθνικοί πατέρες στις τηλεοπτικές οθόνες για να ταυτίσουν την αξιοποίηση των ακινήτων με το ξεπούλημα και την προδοσία. Άρα για άλλη μια φορά καλούσαν την κυβέρνηση να κάνει αυτό που ξέρουμε καλύτερα. Να βαφτίσουμε την προχειρότητα, την αδράνεια και την ανικανότητά μας επαναστατική τακτική και ..........έχει ο Θεός!
Γιατί το επίπεδο της Τύπου εικονογραφεί τη σχέση των πολιτών με την εξουσία. Μια σχέση που βασίζεται και εξαρτάται, κυρίως, από τη δημοσιογραφία. Πολιτική και δημοσιογραφία στην Ελλάδα πορεύτηκαν σε μια παράλληλη απαξίωση, σε μια τεμνόμενη χειραγώγηση, σε μια μοιραία σχέση αλληλοεξυπηρέτησης, ευνουχισμού και τελικά αναξιοπιστίας. Και η μεγάλη ζημιά τελικά, μέσω της κατευθυνόμενης πληροφόρησης, είναι η πληγωμένη και ατελέσφορη δημοκρατία.
Ο κ. Μουλόπουλος βουλευτής σήμερα, για πολλά χρόνια συντάκτης και διευθυντής σύνταξης του Βήματος διαπίστωνε προ τριμήνου ότι «έχουν υποβαθμιστεί αξίες όπως το ρεπορτάζ, η είδηση, η ελευθερία, η αντικειμενικότητα σήμερα, που η δημοσιογραφία έχει αναδειχθεί στην πρώτη εξουσία, χειραγωγώντας ή προσπαθώντας να χειραγωγεί την κοινή γνώμη, προκειμένου να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των νέων εκδοτών». Προφανώς όλοι πια σήμερα αναγνωρίζουμε πως εμείς ζούσαμε στο μύθο μας κι όχι οι τουρίστες που προσπαθούσαμε μάταια να προσελκύσουμε. Διότι 20 χρόνια τώρα στη χώρα μας τα ΜΜΕ δεν ανήκουν στη σφαίρα της αγοράς, η επιβίωσή τους δεν συναρτάται με την προσφορά και τη ζήτηση. Η ενημέρωση από τη μεταπολίτευση κι ως εδώ στηρίχτηκε σ΄ένα ιδεολόγημα επαρχιώτικης υποκρισίας, ότι τάχα η απόστασή της από την αγορά εξασφαλίζει το δημόσιο και δημοκρατικό χαρακτήρα του δημόσιου αγαθού της πληροφορίας. Κι έτσι τα ψευτοαριστερά ταμπού πρόσφεραν άλλοθι στον κυνισμό της διαπλεκόμενης επιχειρηματικής ελίτ και εχέγγυα ατιμωρησίας στον στενό εναγκαλισμό πολιτικής και οικονομικής ελίτ.
Το φαινόμενο φυσικά δεν αφορά μόνο εμάς. Τρία χρόνια πριν ο Σερζ Χαλιμί, διευθυντής της «Μοντ Ντιπλοματίκ» έκρουε τον κώδωνα κινδύνου για την ελευθερία σκέψης και Τύπου στην Ευρώπη και αναφερόμενος στη χώρα του έλεγε για τον Νικολά Σαρκοζί: «Όταν εξελέγη, γιόρτασε τη νίκη του με τον πιο πλούσιο Γάλλο, ιδιοκτήτη εντύπου και τηλεοπτικού καναλιού, την επομένη συνέφαγε με μεγαλομετόχους τηλεοπτικών καναλιών και ιδιοκτήτες εντύπων, στη συνέχεια πήγε να ξεκουραστεί στο πλοίο ιδιοκτήτη δύο καναλιών και όλα αυτά στις δύο πρώτες βδομάδες της προεδρίας. Στην κυβέρνησή του έχει δύο υπουργούς παντρεμένους με γνωστές δημοσιογράφους, ενώ δύο ακόμη δημοσιογράφοι είναι στις υπηρεσίες του και έμπιστός του ανέλαβε επίσης ένα κανάλι.». Ανάλογα φαινόμενα με μικρή ή μεγαλύτερη ένταση βρίσκει κανείς σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Πρόσφατα, σε ένα συνέδριο της UNESCO στο Παρίσι με θέμα “Δημοσιογραφία, ηθική και αυτοέλεγχος” διαπιστώθηκε πως ενώ στο τέλος του 20ού αι. η συζήτηση στην Ευρώπη περιστρεφόταν γύρω από τους κώδικες δεοντολογίας και το Συνήγορο του Αναγνώστη, και πλήθαιναν οι αναπτυσσόμενες χώρες που βάδιζαν προς την ελευθεροτυπία, στις αρχές του 21ου αι. η ευρωπαϊκή συζήτηση μονοπωλείται από την αναζήτηση του δημοσιογραφικού κύρους και τον κυνικό τρόπο εκμετάλλευσης των ΜΜΕ από τους ιδιοκτήτες τους ενώ η ελευθερία του τύπου υποχωρεί στο ευρωπαϊκό έδαφος.
Στη χώρα μας, επειδή ο ιδιωτικός τομέας αναπτύχθηκε σε μεγάλο βαθμό με δημόσια χρηματοδότηση και γύρω από το κράτος, το ρόλο του κακού ενσαρκώνει η πολιτική διαπλοκή. Στην κεντρική πολιτική σκηνή αρκεί μια ματιά στον ΟΠΑΠ και στην κατανομή της διαφημιστικής δαπάνης.
Μόνο η κρατική διαφήμιση από τα 42 εκατ. ευρώ το 2003 έφτασε στα 85 εκατομμύρια το 2008, αύξηση πάνω από 100%. Τα κριτήρια κατανομής της, θολά ή ανύπαρκτα, ενισχύουν αυτήν την αλήθεια. Διάβασα από έναν έγκριτο συνάδελφό σας ότι μόνο ο κος Τράγκας, η «Χώρα της Κυριακής» με τα 500 φύλλα, το 2003 έλαβε 404.000 ευρώ και το 2007 έφτασε στα 2.668.000 ευρώ. Ακόμη και χωρίς να συνυπολογίσουμε τις ακόμα αδιαφανείς λίστες δημοσιογράφων στα payrolls υπουργείων και δημοσίων φορέων, η διαπίστωση μιας κρατικοδίαιτης χειραγωγούμενης ενημέρωσης αντικατοπτρίζει μια μεγάλη αλήθεια. Για να μην θυμηθούμε ότι η συζήτηση περί ρύθμισης της αγοράς των μίντια και αυτορύθμισης και κώδικα δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ παραμένει ατελέσφορη περίπου 25 χρόνια, όσα και οι ψίθυροι για νομοσχέδια ραμμένα στα μέτρα των ιδιοκτητών. Και προφανώς δεν υποψιάζει τον πολίτη το γεγονός ότι ενώ στη χώρα μας σημειώνεται η μικρότερη αναγνωσιμότητα εφημερίδων στο δυτικό κόσμο, εκδίδονται περισσότερες εφημερίδες απ’ όσες εκδίδονται στη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και το Παρίσι μαζί!!! Και μάλιστα όσο συρρικνώνεται το αναγνωστικό κοινό τόσο αυξάνεται η τιμή του προϊόντος και πληθαίνουν οι επιχειρηματίες μνηστήρες των ΜΜΕ. Πριν από ένα χρόνο 27 εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας επιβίωναν, κάποιες με συνεχές παθητικό, ενώ εκδότες φτωχών εντύπων αδιάγνωστης αναγνωσιμότητας έγιναν πλούσιοι. Αυτό περιγράφει νομίζω αυτό που ονομάζουμε ελληνική ιδιαιτερότητα και στο χώρο του Τύπου.
Μετά το ξέσπασμα της κρίσης, μετά τις πρώτες απολύσεις, το κλείσιμο καθημερινών φύλλων θα περίμενε κανείς μια αντίδραση όχι τύπου ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ αλλά προβληματισμό, δημόσιο διάλογο στο πλαίσιο της ΕΣΗΕΑ και μια συνειδητή, ελεγχόμενη τάση εξορθολογισμού του μηντιακού τοπίου.
Αντ΄αυτού η περίπτωση του Alter, οι συνεχείς απεργίες, οι καταλήψεις ραδιοφωνικών σταθμών παράλληλα με περικοπές, απολύσεις ενώ εξακολουθεί να βασιλεύει, περισσότερο από ποτέ το ριάλιτι και τα τηλεπαράθυρα με τους καβγάδες. Παρακολουθώ ατέλειωτες τηλεοπτικές συζητήσεις πολιτικού κουτσομπολιού και κομματικού κυνισμού με κοινό παρανομαστή το απόλυτο τίποτα στην ενημέρωση.
Θα ήθελα να σταθώ λίγο στην περίπτωση Alter και στη φράση του κ. Χατζηνικολάου ότι “πρέπει ο Υπ.Οικονομικών να συμπεριφερθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην κλείσει το κανάλι”. Δηλαδή άλλη μια ευνοϊκή ρύθμιση για τον Γιώργο Κουρή, άλλη μια απόδειξη ότι οι εκδότες, οι μεγαλομέτοχοι των τηλεοπτικών καναλιών και ενίοτε οι πρωταγωνιστές δημοσιογράφοι δικαιούνται έναν άλλο επιχειρηματικό παράδεισο. Κι αυτό λέγεται μετά από 25χρονη διαπραγμάτευση της νομοθεσίας και των κανόνων της μηντιακής αγοράς και του δημοσιογραφικού επαγγέλματος - αμοιβαία ευθύνη πολιτικών, ιδιοκτητών και δημοσιογράφων – που οδήγησε σε τριγωνική αμφίδρομη ομηρεία πολιτικούς, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους. Σήμερα αποδεικνύεται ότι και στις τρεις πλευρές αυτού του τριγώνου σωρεύτηκαν κέρδη, που μετατρέπονται τώρα σε δίνη ύβρεως και αναξιοπιστίας. Ο χώρος που περικλείεται από τις πλευρές του τριγώνου, η δημόσια ενημέρωση, μετατράπηκε σταδιακά σε ορφανοτροφείο δημοκρατικών ιδεών, Λόγου και ήθους.
Πώς μπορεί λοιπόν ο Τύπος με γενικευμένα τέτοια φαινόμενα περιορισμού της ανεξαρτησίας και της ελευθεροτυπίας, λαϊκισμού και χειραγωγούμενης δημοσιογραφίας να βρει τον τρόπο και να αναπτυχθεί σωστά και μετά να αντέξει την πίεση από πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες;
Μια έτοιμη απάντηση είναι η κρατική βοήθεια. Σε ποιους και με ποιους όρους είναι ο αντίλογος.
Στη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία έχουν θεσπιστεί μέτρα που συνιστούν ευνοϊκή μεταχείριση μικρών τοπικών μέσων, εφημερίδων κυρίως, είτε με τη μορφή επιχορηγήσεων είτε με τη μορφή φοροαπαλλαγών. Στην Αμερική συζητούν για τη “μη κερδοσκοπική δημοσιογραφία” αλλά ο προβληματισμός με την κρατική εμπλοκή αφήνει εκκρεμή τη συζήτηση. Στη Γαλλία τα πακέτα στήριξης που ανακοινώνει κατά καιρούς ο Νικολά Σαρκοζί για τον εκσυγχρονισμό και τη διαδικτυακή έκδοση εφημερίδων, αντιμετωπίζονται με δικαιολογημένη καχυποψία από πολλούς ανεξάρτητους δημοσιογράφους. Αξίζει να θυμηθούμε εδώ μια δήλωση του κοινωνιολόγου των ΜΜΕ Ζαν Μαρί Σαρόν ο οποίος, ενώ βρέθηκε στο πλευρό του Γάλλου Προέδρου, υπερασπιζόμενος την πρωτοβουλία του το 2009 για έκτακτη επιχορήγηση των ΜΜΕ με 600 εκ.ευρώ, δήλωνε κάθετα αντίθετος “με το πιο αμφισβητήσιμο μέτρο, τον επαναπροσανατολισμό των κονδυλίων θεσμικής επικοινωνίας του κράτους, υπό τη μορφή διαφημιστικών καταχωρήσεων προς τον γραπτό τύπο.” Και πώς τοποθετείται ο τοπικός τύπος σ΄αυτό το πλαίσιο; Στο Ηράκλειο με μακρά παράδοση τοπικών εφημερίδων και σημαντική δημοσιογραφική κοινότητα παρατηρεί κανείς, παράλληλα με την αγωνία των προσώπων, έναν μακάριο εφησυχασμό των μέσων που εξακολουθούν την πεπατημένη. Λιβανωτοί σε τοπικούς άρχοντες που εξακολουθούν να στηρίζουν με αδιαφανείς διαδικασίες τα οικονομικά των μέσων, επιλογή θεμάτων περισσότερο με κριτήριο τα πρόσωπα που προβάλλονται, άρα και αποκλεισμούς πολιτικών απόψεων και έργων των προσώπων που δεν παίζουν το παιχνίδι.....Στη μικρή τοπική κλίμακα κάποια ΜΜΕ αγοράζουν πολιτική προστασία και πωλούν κοινωνική επιρροή προσώπων και ομάδων...
Σε τοπικό επίπεδο για τους δημοσιογράφους είναι ακόμη πιο δύσκολο να κάνουν τη δουλειά τους με αξιοπρεπή τρόπο και αξιόπιστο αποτέλεσμα Η ερευνητική δημοσιογραφία και οι διαβασμένοι, οξυδερκείς δημοσιογράφοι με επαγγελματισμό και ηθικές αντιστάσεις. είναι άχρηστη πολυτέλεια για μια τέτοια επιχείρηση. Αγαπητοί φίλοι, η κρίση του Τύπου, όπως και η κρίση της Εκπαίδευσης, και η κρίση της αγροτικής οικονομίας είναι όψεις της ίδιας δομικής αδυναμίας που βιώνει η χώρα και η δημοκρατία μας. Εδράζεται στο τρόπο που δομήθηκε το κράτος και η αγορά μας, στηριγμένα στην αδιαφάνεια, την πελατειακή αντίληψη της αλληλοεξυπηρέτησης, την ευκολία της ατιμωρησίας και την απόκρυψη της προσωπικής ευθύνης πίσω από τη συντεχνιακή λογική της συντήρησης.
Πριν από μερικούς μήνες πίστευα ότι το πρώτο βήμα για το μεγάλο άλμα από το χθες στο αύριο είναι να συνειδητοποιήσουν οι πολιτικοί τις ευθύνες τους και οι πολίτες το δικαίωμα τους στην αποτελεσματική διαχείριση του δημόσιου συμφέροντος. Σήμερα πιστεύω πως το μεγάλο μας πρόβλημα, που κρατά εγκλωβισμένες όλες τις δημιουργικές δυνάμεις και αφοπλίζει τις προσπάθειες, είναι το εξαιρετικά χαμηλό, δυσανάγνωστο και θολό, σχεδόν σκοταδιστικό επίπεδο του δημοσίου διαλόγου στη χώρα μας.

Ελευθεροτυπία 28 Φεβρουαρίου 2011 (1)